Πλήρης ημερών

 

ή πώς χειρίζεσαι την απώλεια από την άλλη άκρη του κόσμου.

Χθες απεβίωσε η γιαγιά μου. Τυχαία – ή μοιραία – έμαθα το νέο με διαφορά λίγων λεπτών από τη μαμά μου. Της είχα στείλει ένα σύντομο mail για πρώτη φορά μετά από βδομάδες (ίσως και μήνες γκουχ γκουχ). Είναι Παρασκευή απόγευμα, είμαι στη βεράντα, αράζω στον καναπέ με δυο τρεις συγκάτοικους (και ένα ρολό υγείας που αποδείχθηκε διπλά χρήσιμο) και χαλαρώνουμε. Πάνε λίγες ώρες που έχω στείλει το mail και περιμένω τη μαμά μου να ξυπνήσει και να το δει (διαφορά ώρας γαρ). Ήμουν σίγουρη ότι θα απαντούσε άμεσα, γιατί ένα εθελοντικό μήνυμα από εμένα είναι κοσμοϊστορικό γεγονός.. Και όντως, ήρθε η απάντηση με τον αναμενόμενο ενθουσιασμό:

Κουκλίτσα μου, καλημέρα!

Πολύ χάρηκα που μου έστειλες τα νέα σου, αν και δεν είναι ωραίο να είσαι άρρωστη! Δεν πειράζει, πολλές φορές είναι ο τρόπος που μας λέει το σώμα μας ότι ΤΩΡΑ πρέπει να σταματήσουμε για λίγο… Χαίρομαι πολύ με τα νέα σου και με το γεγονός ότι ζεις τη ζωή σου, γιατί αυτό είναι το πιο σημαντικό. Πιστεύω ότι εκεί έχει μια τεράστια ποικιλία από πράγματα που μπορείς να κάνεις, καλλιτεχνικά, αθλητικά, εκδρομικά κλπ. κλπ. Η χώρα πρέπει να είναι φανταστική. Δεν πειράζει λοιπόν που δεν κάθεσαι στο κομπιούτερ, απλά μια φορά στο τόσο στέλνε μια-δυό γραμμές.

Τώρα που σου έγραφα, χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν η Χαρά για να μου πει ότι η γιαγιά Γαλάτεια πέθανε. Φεύγω για την Κηφισιά, θα τα πούμε κουκλίτσα.

Σκατά.

Συνέβη λοιπόν αυτό που φοβάσαι ότι θα συμβεί αλλά δεν παραδέχεσαι στον εαυτό σου ότι το φοβάσαι και ας μην το σκέφτεσαι καλύτερα τελοσπάντων. Είσαι μακριά (πολύ μακριά) και χάνεις έναν αγαπημένο σου άνθρωπο. Και δεν είσαι εκεί για αυτόν ή για τους υπόλοιπους αγαπημένους σου ανθρώπους. Και δε μπορείς να πεις αντίο. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.

Μπορώ όμως να γράψω.

Και συνειδητοποιώ ότι είναι πολύ ταιριαστό. Τα χαρίσματα και τα ελαττώματα της γιαγιάς μου τα μοιραζόμαστε όλοι στην οικογένεια. Υπάρχει όμως κάτι που πιστεύω πια πως το έχω σε μεγαλύτερη δόση από τους άλλους και δεν το είχα συνειδητοποιήσει ποτέ μέχρι τώρα. Μόνο εγώ στην οικογένεια γράφω. Έστω κι αν είναι blog χωρίς πλοκή και ήρωες. Έστω κι αν γράφω για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά και να αρχίσω έναν μοναχικό διάλογο με τον εαυτό μου και ίσως μετά με κάποιους άλλους. Έστω κι αν η ιδέα ενός βιβλίου ολόκληρου μου φαίνεται όχι απλώς ανύπαρκτη αλλά και καθόλου ελκυστική.  Οι δασκάλες μου θυμάμαι διαβάζαν τις εκθέσεις μου και μου λέγανε ότι έχω πάρει από τα γονίδια και εγώ αντιδρούσα αρνητικά (και η αντίδραση στα γονίδια είναι, τσεκαρισμένο). Το μικρόβιο όμως ξύπνησε σχεδόν δυο χρόνια πριν που ξεκίνησα αυτό το blog και γι’ αυτό είμαι ευγνώμων. Κι ας μην της το είπα ποτέ.

Τώρα λοιπόν, θέλω να γράψω για τη συγγραφέα. Όπως με κάθε τι που συμβαίνει στην Ελλάδα, έτσι και με το θάνατο της γιαγιάς μου έχω καταφύγει στο ίντερνετ για να χωνέψω το γεγονός. Διαβάζω τα ποστ των εκδοτικών οίκων και των φίλων της που είναι επίσης συγγραφείς στο facebook. Για πρώτη φορά μετά από δεκα-κάτι χρόνια την γκούγκλαρα. Και αυτά που διαβάζω δεν μου φαίνονται αρκετά. Θέλω να γράψω για κάτι πιο ουσιαστικό από το ότι γεννήθηκε στην Καβάλα και ότι το όνομά της είναι στον τιμητικό πίνακα του διεθνούς βραβείου Άντερσεν. Θέλω να γράψω για αυτά που με εκνεύριζαν σε εκείνη και ποτέ δεν της τα ‘πα και για αυτά που αγαπούσα σε εκείνη και θέλω να θυμάμαι.

Η Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη λοιπόν (μα τι όνομα σιδηρόδρομος κι αυτό – και τι καλά που οι γονείς μου με ονόμασαν από την άλλη γιαγιά) ήταν έξυπνη, ζωντανή, αεικίνητη, ξεροκέφαλη, ντίβα, κρασοκανάτα, γελαστή, ανυπόφορη, απαιτητική, παραμυθού, loud, ατρόμητη, δυναμική, όμορφη αστείρευτη σε όλα. Είχε πολλά ταλέντα, φαντασία, έντονο ταμπεραμέντο και σε τρέλαινε εύκολα, με την καλή και την κακή έννοια, ανάλογα.

Είχε κάτι εκπομπές στην ΕΤ3, στο κανάλι της εκκλησίας και στο ραδιόφωνο όπου ποτέ δεν κατάλαβα τι έκανε πέρα από το να μιλάει ασταμάτητα για μισή ώρα (εχμ, οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική). Σε μια τέτοια εκπομπή με καταντρόπιασε όταν είπε σε όλο τον κόσμο ότι ακόμη κάνω πιπίλα. Ήμουν περίπου 11 χρονών νομίζω (και ναι, την έκοψα μεγάλη την πιπίλα). Αν σκεφτείς όμως ότι θα μπορούσε να το γράψει σε ένα από τα βιβλία της (βλέπε Ντο-ρε-μι κι ένα σκυλί, όλα τα περιστατικά εμπνευσμένα από τα παιδιά της), φτηνά τη γλύτωσα.

Δεν ξέρω αν αυτά που έλεγε ήταν τόσο ενδιαφέροντα, αλλά σίγουρα είχε τρόπο να τα λέει. Τόσες χριστουγεννιάτικες μαζώξεις θυμάμαι που πάντα καταλήγαμε να ακούμε ιστορίες της, ξανά και ξανά. Όσο μεγάλωνα όμως, τόσο πιο κριτική σκέψη αποκτούσα απέναντί της κι εκείνη τόσο επαναλαμβανόταν και έβαζε το θρησκευτικό στοιχείο όλο και πιο έντονα στις ιστορίες, κάτι που με απομάκρυνε ακόμη περισσότερο. Με κούραζε πια η πομπώδης ομιλία της και η απαίτησή της να τη θαυμάζουμε, όπως το αντιλαμβανόμουν. Όποτε όμως κάποιος την άκουγε για πρώτη φορά, μαγευόταν.

Εγώ κάποια στιγμή σταμάτησα να κρίνω το θέαμα, και άρχισα να κρίνω τον άνθρωπο πριν και μετά το σόου και να έχω άλλες απαιτήσεις. Άρχισα να μαθαίνω περισσότερα για εκείνη αλλά και για τη σχέση της με την οικογένειά της και ιδιαίτερα με τη μητέρα μου και κατ’ επέκταση με εμάς. Δεν πέρασε λίγα. Θεωρώ όμως ότι ήταν άδικη κάποιες φορές. Θεωρώ ότι ήταν συχνά εγωίστρια και εγωκεντρική. Οι πολιτικές της πεποιθήσεις με απωθούσαν. Από την άλλη όμως ήταν και γενναιόδωρη και η παρουσία της μόνο σε γέμιζε. Και ξέρω ότι πίστευε ότι έκανε το σωστό και σκέφτομαι ίσως ότι δεν μπορώ αλήθεια να την κρίνω με το τωρινό μου σκεπτικό, για καταστάσεις που συνέβησαν 50 χρόνια πριν.

Για καιρό αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στο θαυμασμό και την απογοήτευση, στην αγάπη και το θυμό. Ήρθε η ώρα να τα βρούμε. Καταλαβαίνω πλέον, πολύ καλύτερα απ’ όταν ήμουν έφηβη, ότι όλοι πάνω κάτω τα σκατώνουμε συχνότερα απ’ ότι θα θέλαμε. Και συνεχίζουμε να συγχωρούμε, να καταλαβαίνουμε και να αγαπάμε. Τώρα συνειδητοποιώ για παράδειγμα ότι, όταν μου έλεγε με περηφάνεια ότι ήταν μία από τους πρώτους συγγραφείς που έγραψε για την προστασία του περιβάλλοντος πριν γίνει μόδα στο Εμένα με Νοιάζει, δεν ήταν τελικά για να τη θαυμάσω (ήταν κι αυτό λίγο βέβαια) αλλά γιατί έβλεπε πόσο η Greenpeace είχε γίνει σημαντικό κομμάτι της ζωής μου και ήθελε να τονίσει αυτό που είχαμε κοινό.

Πάντα ήμουν περήφανη για εκείνη. Δεν ξέρω αν το είδε ποτέ, γιατί δεν της χαριζόμουν. Ελπίζω να το κατάλαβε όταν, παρόλο που ήμουν η λιγότερο αγαπημένη της εγγονή (αμοιβαία τα αισθήματα), αποφάσισα να κάνω μια μεγάλη εργασία για εκείνη στο σχολείο. Ή όταν της ζήτησα να μου αφιερώσει ένα βιβλίο (γιατί μόνο εγώ δεν είχα αφιέρωση). Ή όταν διάβαζα τα νέα της βιβλία με λαχτάρα και της έλεγα τη γνώμη μου. Ή όταν ζήτησα να αλλάξει το τέλος σε ένα γιατί ήταν πολύ στενάχωρο (κι έτσι το Σκύλος με σπίτι κατέληξε να έχει αισιόδοξο τέλος – ευτυχώς το διάβασα πριν το εκδόσει).

Τα τελευταία χρόνια είχε πρόβλημα με την καρδιά της και ενώ μπαινόβγαινε σε νοσοκομεία, ευτυχώς δεν ήταν μόνιμα εκεί. Αυτά τα χρόνια επίσης η γκρίνια είχε γίνει ανυπόφορη. Βλέπαμε το νούμερό της στο σταθερό και δεν απαντούσαμε φάση, να ‘ναι καλά η αναγνώριση. Αλλά έζησα πολλά χρόνια πριν από αυτό με πολύ όμορφες στιγμές και γι’ αυτό είμαι ευγνώμων.

Άκουσα και διάβασα κάποιες από τις ομορφότερες ιστορίες στη ζωή μου. Σαν παιδί, μεγάλωσα με τη γιαγιά τη παραμυθού που φώναζε και γέλαγε και μας καθήλωνε κάθε φορά. Και όταν δεν μας έλεγε τις δικές της ιστορίες, διαβάζαμε των αλλωνών. Ανυπομονούσα να πάω στο σπίτι της και να χαθώ στις βιβλιοθήκες. Μπορεί να είχε πάρει με κακό μάτι τον Χάρυ Πόττερ (άλλο ένα πράγμα που με εκνεύριζε, ειδικά όταν δεν το είχε καν διαβάσει) αλλά στα υπόλοιπα είχε απίστευτο γούστο. Η παιδική μου ηλικία θα ήταν πολύ πιο φτωχή χωρίς εκείνη.

Η ενήλική μου ζωή αντίστοιχα έχει επηρεαστεί. Σε μια εποχή που οι γυναίκες ακόμη δεν είχαν λόγο, εκείνη φρόντισε να έχει δυνατή φωνή και να καλλιεργήσει την ίδια δύναμη στα παιδιά της, και κατά συνέπεια και στα εγγόνια της. Ταξίδεψε, έζησε γεμάτη ζωή, έκανε αυτά που ήθελε και δεν περιορίστηκε από κανένα. Αν δεν μπορώ να είμαι στην κηδεία της τη Δευτέρα, είναι γιατί κυνηγώ τα ονειρά μου πέρα από τα σύνορα, όπως περίπου έκανε κι εκείνη.

Ήταν 86, έφυγε ήρεμα στον ύπνο της, στο κρεβάτι της, με τα αγαπημένα της εικονίσματα και τα άπειρα βιβλία. Μας άφησε άπλετο υλικό για να τη θυμόμαστε στα καλύτερά της. Δεν μπορώ να βγάλω φωτογραφία και να μη τη θυμηθώ να λέει ‘να είναι ομιλούσα’ – και να βγαίνει μετά κουνημένη τουλάχιστον στις μισές – γιατί να χάνεις χρόνο να ποζάρεις άλλωστε, όταν μπορείς να μιλάς?

Δεν μπορώ να οργανώσω ένα τραπέζι για φίλους ή οικογένεια και να μη πω ‘μα δεν τρώτε παιδιά’ ακόμη κι αν κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί το λέω (μα μας το έλεγε συνέχεια στα τραπέζια, κι ας σκάγαμε από το φαγητό). Την ημέρα της γιορτής μου θα γελάω, είμαι σίγουρη, γιατί θα θυμάμαι πώς με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε χρόνο και, χωρίς να με αφήσει να αρθρώσω λέξη, μου έλεγε με μια ανάσα, με στόμφο και πάθος:

“Όλγα μου, παιδί μου, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, να χαίρεσαι το όνομά σου και την Οσία Όλγα που [μπλα μπλα μπλα – μάθημα θρησκευτικών – μπλα μπλα μπλα] σε σκέφτομαι και προσεύχομαι κάθε μέρα για σένα, να είσαι καλά, σε αγαπώ πολύ, ΓΕΙΑ!” τουτ τουτ τουτ έκλεισε το τηλέφωνο κάπου στο δικό μου “ευχαρ..”. Δεν την προλάβαινες.

Ευχαριστώ γιαγιά μου.

Καλό παράδεισο.

foto-soureli-meil

Τέλος δεν έχει η αγάπη για εσένα που σε νοιάζει

27-july-08-045

Να είναι ομιλούσα!

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s